Ήταν 13 Δεκεμβρίου 1982. Οι Αρχές έχουν πλέον στα χέρια τους τον άνθρωπο που για σχεδόν έναν χρόνο έσπερνε τον φόβο στη Βόρεια Ελλάδα, τον διαβόητο εγκληματία γνωστό και ως «δράκο της Δράμας».
Από τον Σεπτέμβριο του 1981 έως τον Δεκέμβριο του 1982 βίαζε και δολοφονούσε ιερόδουλες.
Ο Κυριάκος Παπαχρόνης, ο οποίος γεννήθηκε το 1960 στην Ξάνθη, μεγάλωσε σε μια οικογένεια που διατηρούσε εστιατόριο–καφενείο στην πόλη. Από μικρή ηλικία εργαζόταν εκεί, ενώ μετά το Γυμνάσιο βρέθηκε στην Αθήνα, δουλεύοντας σε ξενοδοχεία για να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Παράλληλα, είχε στραφεί στον αθλητισμό και σύντομα διέπρεψε στην πυγμαχία και στο καράτε, κατακτώντας τίτλους και χτίζοντας τη φήμη ενός ισχυρού νεαρού.
Η πορεία του, ωστόσο, πήρε μια σκοτεινή τροπή όταν κατατάχθηκε ως Δόκιμος Έφεδρος Αξιωματικός στον Στρατό Ξηράς. Από το φθινόπωρο του 1981 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 1982, η Βόρεια Ελλάδα ζούσε υπό τον φόβο ενός αδίστακτου δράστη. Ο «δράκος της Δράμας» κινούταν νύχτα, επιτιθέμενος σε γυναίκες -πολλές από τις οποίες ιερόδουλες- και άφηνε πίσω του μια σειρά από φρικιαστικές επιθέσεις.
Η αρχή μιας αιματηρής διαδρομής
Το πρώτο έγκλημα σημειώθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 1981, όταν ο Παπαχρόνης δολοφόνησε μια 46χρονη ιερόδουλη σε οίκο ανοχής στη Δράμα. Η πράξη αυτή δεν ήταν μια μεμονωμένη έκρηξη βίας. Αποτέλεσε την απαρχή ενός μοτίβου επιθέσεων που κλιμακώνονταν διαρκώς.
Τους επόμενους μήνες ακολούθησαν διαδοχικές επιθέσεις: μια ακόμη ιερόδουλη τραυματίστηκε σοβαρά λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1981, ενώ στις 30 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους μια 19χρονη φοιτήτρια δέχθηκε πολλαπλές μαχαιριές λίγο πριν φτάσει στο σπίτι της. Η έγκαιρη επέμβαση του πατέρα της έσωσε τη ζωή της.
Τον Ιανουάριο του 1982, μια φιλόλογος δέχθηκε επίθεση κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό της Δράμας. Ήταν η πρώτη γυναίκα που κατάφερε να δώσει ακριβή και λεπτομερή περιγραφή του δράστη, μια κατάθεση που αργότερα θα αποδεικνυόταν καθοριστική.
Από τη Δράμα στη Θεσσαλονίκη
Ο Κ.Π. δεν περιορίστηκε στη Δράμα. Το καλοκαίρι του 1982 βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου προσέγγισε μια νεαρή κοπέλα με την οποία είχε γνωριστεί πρόσφατα. Με επιμονή, απειλές και βία, την οδήγησε σε ένα αλσύλλιο όπου τη μαχαίρωσε, τη βίασε και την εγκατέλειψε γυμνή. Η γυναίκα πέθανε λίγες ώρες αργότερα από εσωτερική αιμορραγία. Το μόνο αντικείμενο που κράτησε από εκείνη, ένας αναπτήρας, θα τον συνέδεε αργότερα αδιαμφισβήτητα με το έγκλημα.
Τους επόμενους μήνες επιτέθηκε σε ακόμη περισσότερες γυναίκες: μια 23χρονη τον Σεπτέμβριο, μια 18χρονη τον Οκτώβριο έξω από το σπίτι της στη Δράμα και μια 32χρονη ιερόδουλη στην Ξάνθη, που τραυματίστηκε σοβαρά.
Το τελευταίο του θύμα ήταν μια 30χρονη καθαρίστρια, μητέρα τεσσάρων παιδιών, την οποία παρακολουθούσε επί μέρες. Την 8η Δεκεμβρίου 1982, της επιτέθηκε, τη μαχαίρωσε στο πρόσωπο και στον λαιμό, και εξαφανίστηκε.
Τα «λάθη» που οδήγησαν στη σύλληψη
Οι περιγραφές των επιζώντων και η συχνή χρήση στρατιωτικής στολής περιόρισαν άμεσα τον κύκλο των υπόπτων. Οι στρατιωτικές αρχές, συνεργαζόμενες με την Ασφάλεια Δράμας, ξεκίνησαν εκτεταμένη έρευνα στους οπλίτες που είχαν άδεια εξόδου τις κρίσιμες νύχτες.
Οι αξιωματικοί παρατήρησαν ότι ο Κυριάκος Παπαχρόνης είχε αργήσει να επιστρέψει στο στρατόπεδο το βράδυ της επίθεσης στη 30χρονη καθαρίστρια. Η έλλειψη άλλοθι, η νευρικότητά του και στη συνέχεια η έρευνα στο διαμέρισμά του, όπου βρέθηκαν τα μαχαίρια και ο αναπτήρας του θύματος από τη Θεσσαλονίκη, «έδεσαν» την υπόθεση.
Στις 13 Δεκεμβρίου 1982, ο «δράκος της Δράμας» συνελήφθη από την Ασφάλεια Δράμας. Στην αρχή αρνήθηκε τα πάντα, όμως οι αντιφάσεις, οι αναγνωρίσεις από τα θύματα και τα στοιχεία που είχαν συγκεντρωθεί τον ανάγκασαν γρήγορα να ομολογήσει. Παραδέχτηκε, μάλιστα, και πέντε βομβιστικές ενέργειες σε Ξάνθη, Καβάλα και Δράμα.
Η δίκη και οι ποινές
Η δίκη του πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι του 1983 στη Θεσσαλονίκη, με τεράστιο ενδιαφέρον από τα μέσα ενημέρωσης. Ο Παπαχρόνης καταδικάστηκε «δις εις θάνατον» για τις ανθρωποκτονίες και σε πολυετείς ποινές για τις απόπειρες, τους βιασμούς και τα υπόλοιπα αδικήματα. Οι ποινές μετατράπηκαν σε πολυετή κάθειρξη, ενώ αργότερα, το 1984 και το 2000, νέες καταδίκες ήρθαν να επιβεβαιώσουν το βαρύ ποινικό ιστορικό του.
Ο «δράκος της Δράμας» αποφυλακίστηκε στις 8 Δεκεμβρίου 2004, αφού εξέτισε πλήρως την ποινή του. Ήταν τότε 44 ετών.
Στη γραπτή δήλωση που διένειμε στους δημοσιογράφους έγραφε: «Πριν 22 χρόνια, παρασυρόμενος από την ακρισία της ηλικίας και κυρίως από τις φαυλεπήβολες συναναστροφές μου, πουλήσαμε όλοι μας τις ψυχές μας στον Εωσφόρο —όπως ο Φάουστ— κι εγώ προσωπικά έχασα, λαμβάνοντας εξοντωτική ένδικη μισθαποδοσία. Ζητώ από τη θεσπίζουσα πολιτεία από την κοινή γνώμη συγγνώμη από «μέσης ψυχής» για εκείνα τα απεχθή φορτία των ανομιών μου και υπόσχομαι στο εφεξής να διαβιώ «εν αγνεία και σεμνή πολιτεία…» και φυσικά «άμεμπτος εν παντί…»! Hasta la vista, εν ευθέτω χρόνω».
Έκτοτε ζει στην Αθήνα.
Η ιστορία του Κυριάκου Παπαχρόνη ενέπνευσε τηλεοπτικές σειρές, όπως την «Ανατομία ενός εγκλήματος» και τη «10η Εντολή», όπου η φιγούρα του αποτυπώθηκε μέσα από δραματοποιημένες αφηγήσεις που επιχείρησαν να εξερευνήσουν τα αίτια και το ψυχολογικό προφίλ πίσω από τα εγκλήματά του.